Your message has been sent, you will be contacted soon
Revista Armonii Culturale

Call Me Now!

Închide
Prima pagină » Proza » CORNELIA PĂUN HEINZEL: „DRAGOSTE DE CERNĂUŢI” în limba greacă

CORNELIA PĂUN HEINZEL: „DRAGOSTE DE CERNĂUŢI” în limba greacă

Cornelia Păun Heinzel: “Dragoste de Cernăuţi”

Κορνέλια Παούν Χάϊντσελ: „Η αγάπη για το Τσέρνοβιτς”

 

«Μερικές φορές η μοίρα σε μεταφέρει σε τόπους που ποτέ δεν ονειρεύτηκες να γνωρίσεις».

       Ο Νικολάε αποφοίτησε «Φιλοσοφία», αλλά ακριβώς στην ολοκλήρωση των σπουδών του, άρχισε η κρίση, μια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που έπληττε ολόκληρο τον κόσμο, μέσα από την ανεργία, πτωχεύσεις, το χρέος και την κοινωνική αναταραχή. Ο Παγκόσμιος Πόλεμος φτώχυνε πάρα πολύ τον πληθυσμό. Οι απόφοιτοι πανεπιστημίων, η αφρόκρεμα  των διανοούμενων ήταν η πιο έντονα επιρεαζμένη. Αλλά η πιο τραγική κατάσταση ήταν με τους πρόσφατους πτυχιούχους των πανεπιστημίων, που έβλεπαν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους να γκρεμίζονται. Για μια θέση θυρωρού έπαιρναν μέρος στο διαγωνισμό επιλογής ένας απόφοιτος της «Ιατρικής», ένας της «Λογοτεχνίας», ένας μηχανικός και ένας απόφοιτος της «Νομικής». Αν  είχε ακούσει τον πατέρα του, ιερέας στο χωριό, ο Νικολάε θα είχε περισσότερες πιθανότητες. Αλλά όταν πήγε να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, πήρε το φάκελο από τη «Θεολογία», όπου ο πατέρας του τον είχε γράψει και γράφτηκε στη «Φιλοσοφία». Αυτό ήταν το πεδίο που ήθελε να  μελετήσει και αυτό ακολούθησε.

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Στο δρόμο ο Νικολάε συνάντησε έναν γνωστό.

– Έχουμε ακόμη μια ευκαιρία! Έχω ακούσει ότι κάνουν προσλήψεις στο στρατό. Ας δοκιμάσουμε και έμεις. Δεν έχουμε καλύτερη ευκαιρία! τον είπε ο νεαρός άνδρας.

– Πού πρέπει να πάμε; ρώτησε ο Νικολάε.

– Θα συναντηθούμε αύριο στις δέκα, μπροστά στο Πανεπιστήμιο. Να είσαι προετοιμασμένος! τον είπε ο νεαρός άνδρας.

            Ο Νικολάε επέστρεψε γρήγορα στο σπίτι. Ήταν η παραμονή των Θεοφανείων. Άθελά του, θυμήθηκε την παιδική του ηλικία, και άρχισε να ψάλλει εκκλησιαστικά τραγούδια, που είχε ακούσει κατά τη βρεφική ηλικία και του φαινότανε τόσο οικεία. O Νικολάε είχε και μια όμορφη φωνή.

        Στην αυλή, η σπιτονοικοκυρά άρχισε να κάνει το σταυρό της με ευλάβεια. Ο Εμίλ, ο ιατρός άρχισε να γελά.

– Τι κάνεις κυρά Ματίλντα και κάνεις το σταυρό σου με τέτοιο πάθος?

– Λοιπόν, είναι Θεοφάνεια και έρχεται ο παπάς! Τι, δεν τον ακούς; είπε η γυναίκα.

– Χα, χα, χα! Γέλασε ο Εμίλ με την ψυχή του. Ο Νίκου είναι, κυρά Ματίλντα, ο Νίκου είναι, ο συγκάτοικός μου! είπε ο Εμίλ.

– Πώς όμως ψέλνει τόσο όμορφα; Τι ωραία φωνή έχει! Είπε η Ματίλντα με θαυμασμό.

– Δεν ξέρεις ότι ο πατέρας του είναι ιερέας; Γι’ αυτό ξέρει όλες τις εκκλησιαστικές ψαλμωδίες τέλεια! εξηγεί ο νεαρός.

– Καλά, γιατί δεν έγινε και αυτός ιερέας; ρώτησε η γυναίκα.

– Δεν ήθελε, δεν ήθελε κυρά Ματίλντα! απάντησε ο νεαρός άνδρας. Ο καθένας έχει την επαγγελματική του κλίση.

        Την επόμενη μέρα, δέχτηκαν αμέσως τον Νικολάε στο στρατό, με το αθλητικό και γυμνασμένο κορμί του. Έτσι έλυσε το πρόβλημα με την εργασία. Όχι όπως ο ίδιος επιθυμούσε, αλλά με την κρίση ήταν η μόνη δυνατή λύση για αυτόν. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, μπορούσε να συνεχίσει να τη σπουδάζει στον ελεύθερο χρόνο του. Και όταν θα έρθουν πιο ευνοϊκές συνθήκες, θα γίνει καθηγητής, όπως επιθυμούσε. Μέχρι τότε μπορούσε να διαβάζει πολλά βιβλία και να γράφει, έτσι όπως ήταν συνηθισμένος από την περίοδο του σχολείου. Είχε γράψει μια πρωτότυπη μονογραφία του χωριού του, η πρώτη του είδους της, μετά από σοβαρή έρευνα. Ο οικισμός ιδρύθηκε από τους στρατιώτες του Τούντορ Βλαδιμιρέσκου όταν υποχώρησαν μετά την ήττα. Η λογοτεχνία εξακολουθούσε να παραμένει το πάθος του Νικολάε, κυρίως επειδή κατά τη διάρκεια των σπουδών του, είχε μελετήσει μόνος του όλα τα βιβλία και τα μαθήματα του καλύτερου του φίλου, Λίβιου, φοιτητή στη Λογοτεχνία. Ο Νικολάε είχε μελετήσει με πάθος όλες τις μελέτες περί λογοτεχνικής κριτικής και λογοτεχνικής θεωρίας. Πήγαινε ακόμη και στα μαθήματα με τον Λίβιου για να ακούσει τις ειδικές διαλέξεις που τις έκαναν οι καθηγητές πανεπιστημίου.

            Η ζωή στο στρατό, δεν ήταν εύκολη για έναν άνθρωπο είχε μάθει να μελετάει. Αλλά ο αθλητικός χαρακτήρας του Νικολάε, έκανε να ξεπεραστούν τα εμπόδια.

            Στη μονάδα, οι συνάδελφοι έμαθαν για την ανώτερή του εκπέδευση. Πολλοί τον ζήλευαν. Η φήμη έφτασε και στα αυτιά του διοικητή. Μορφωμένος άνθρωπος, ο Μπερεζοϊάνου, τον κάλεσε επειγόντως.

-Μπράτου, είναι αλήθεια ότι το έχεις με τη „φιλοσοφία” και ξέρεις αρχαία ελληνικά;

– Ναι, κύριε, δήλωσε ο Νικολάε.

– Το απόγευμα, να παρουσιαστείς στο σπίτι μου. Είσαι καλεσμένος για γεύμα! Είναι διαταγή! είπε ο Μπερεζοϊάνου χαμογελώντας.

Ο Μπράτου ήρθε ντροπαλά στο σπίτι του συνταγματάρχη. Μετά το πλούσιο γεύμα, ο συνταγματάρχης τον κάλεσε στο γραφείο του.

– Θέλω να συζητήσουμε για τα νέα βιβλία! του είπε.

– Τι νομίζεις; Ποιο νέο βιβλίο σου φάνηκε ενδιαφέρον;

Και συζήτησαν ολόκληρες ώρες για λογοτεχνία, τέχνη, φιλοσοφία.

– Το απόλαυσα! Αντίο! είπε του Νικολάε ο συνταγματάρχης. Αλλά να θυμάσε! Εδώ είσαι ο κύριος Μπράτου,ο φιλόσοφος, στην μονάδα είσαι ο Μπράτου ο στρατιώτης!

            Το καλοκαίρι ο Νικολάε έφτασε με το τάγμα στο Τσέρνοβιτς.  Η πόλη είχε μια παράξενη ομορφιά, βρισκόταν σε όμορφους λόφους των Καρπαθίων, στον ποταμό Προύθο. Ήταν γνωστή σαν η  «Μικρή Βιέννη», ένα όνομα που το άξιζε πλήρως. Με μια ιστορία και μια συναρπαστική αφήγηση, η γοητευτική πόλη ήταν η πρωτεύουσα της Μπουκοβίνα και αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της Ρουμανίας. Το Τσέρνοβιτς άνθισε κάτω από τους Αψβούργους και αναπτύχθηκε από μια μικρή επαρχιακή πόλη, σ’ένα πολυσύχναστο κέντρο γεμάτο ζωή και εθνοτική πολυμορφία, λόγω του εμπορίου, των τεχνών, της κουλτούρας και της εκπαίδευσης. Με κοινές παραδόσεις και ιστορία,Τσέχοι και Αυστριακοί αρχιτέκτονες μετάτρεψαν το Τσέρνοβιτς σε μια σύγχρονη πόλη.

            O Νικολάε μαγεύτηκε αμέσως από την πόλη, η οποία ήταν ένας μοντέρνος χώρος γεμάτος φυσικές ομορφιές και με ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική, πολλά γλυπτά μνημεία, πράσινα πάρκα και φιλόξενες αγορές. Στο Τσέρνοβιτς συναντούσες όλα τα αρχιτεκτονικά στυλ που υπήρχαν σε προηγούμενους αιώνες στην Ευρώπη. Ως παντοτινός λάτρης της τέχνης και της ομορφιάς, ο Νικολάε αγαπούσε να περπατάει στα στενά δρομάκια της Τσέρνοβιτς, να παρατηρά τα διαφορετικά στυλ από την περίοδο του αυτοκράτορα Ναπολέοντα μέχρι τις κλασικές μπαρόκ μελωδικές γραμμές. Θαύμαζε κτίρια σε στυλ neobrancovenesc – συνέχιση του αυστριακού μοντερνισμού – όπως η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, του οποίου η διακοσμητική σύνθεση είναι σε τέλεια αρμονία με τα στοιχεία της ιταλικής Renessans και με τα ρουμανικά στοιχεία. Κτίρια με νέο-ρουμανικό και brancovenesc στυλ, τα αναγνώρισε αμέσως κατά την ομορφιά και τη διακόσμηση που θυμίζουν τις παραδοσιακές ρουμάνικες στολές, τις περιβολές των αγροτών από το χωριό του ή αλλά και κατά τις ογκώδεις ημικυκλικές κορώνες που ενώνονται.

            Το επιβλητικό κτήριο του Δημαρχείου κτίστηκε το 1847 στην Κεντρική Πλατεία του Τσέρνοβιτς, σε στυλ κλασικισμού. Από την πλατεία, κατά το μήκος της οδού Ρομάνα, σε μικρή απόσταση, ο Νικολάοε είδε την ελληνoκαθολική εκκλησία, που χτίστηκε το 1821 σε Αυτοκρατορικό στυλ.

            Τα νεώτερα κτίρια ήταν εκείνα που έγιναν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που έληξε, απο γαλλικές εταιρείες σε ArtDecor στυλ.

Ο Νικολάε ήταν ενθουσιασμένος από τα αξιοθέατα του Τσέρνοβιτς, που δεν υπήρχαν πουθενά αλλού στην Ευρώπη. Μπροστά του περνούσαν πέραν τον εκατόν ελληνορωμαϊκών θεών και θεοτήτων υπό μορφή ανάγλυφων, γλυπών, μωσαϊών κ.α., καθώς και λιοντάρια, πουλιά, φίδια. Διαπιστώνει ότι το παλιό κέντρο του Βουκουρεστίου ήταν απλά μια προσπάθεια της επαρχίας σε σχέση με το αυτοκρατορικό ανάστημα των κτιρίων του Τσέρνοβιτς, που καθρεφτίζουν την εντυπωσιακή ιστορία, πριν ακόμη την περίοδο που κυριαρχούσαν οι Αψβούργων, η πιο σημαντική γι’αυτόν. Ο Νικολάε είχε διαβάσει ότι το πρώτο έγγραφο του οικισμού, ήταν έναν χάρτη που εκδόθηκε από τον Αλεξάντρου τσελ Μπουν.

            Το πρώτο κτίριο στο Τσέρνοβιτς που ήθελε να δει Νικολάε ήταν το  Πανεπιστήμιο «Κάρολος Α΄ του Τσέρνοβιτς». Το κτίριο ήταν ένα κόσμημα το οποίο χτίστηκε κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, σ΄ένα από τα υψηλότερα βουνά της πόλης. Κατά την ίδρυσή του το 1875 ονομαζόταν «Franz Josef» και ήταν ένα φημισμένο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορία. Ο Νικολάε ήξερε από τα βιβλία ότι το Αυστριακό Κοινοβούλιο το 1872 ενέκρινε την ίδρυση του ουγγρικού πανεπιστημίου του Κλουζ, και στις 20 Μαρτίου του 1875 αποφάσισε να ιδρύσει ένα γερμανικό πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα της Μπουκοβίνας. Ο σκοπός της δημιουργίας αυτού του θεσμού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Τσέρνοβιτς ήταν κυρίως η διάδοση της γλώσσας, του πολιτισμού και της επιστήμης σ’ αυτό το μέρος της γερμανικής αυτοκρατορίας.

            Ο Νικολάε σημειώνει ότι κάθε φορά που στρέφει το βλέμμα πίσω, οι δρόμοι του Τσέρνοβιτς αποκαλύπτουν τα πιο αναπάντεχα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Η πρώην Ορθόδοξη  Μητροπόλη της Μπουκοβίνας και της Δαλματίας, ξεχώριζε ανάμεσα στα ιστορικά κτίρια του Τσέρνοβιτς με θρησκευτικό χαρακτήρα, όπως η Καθολική Εκκλησία, η Εκκλησία των Ιησουιτών, η Ελληνoκαθολική Εκκλησία, η Προτεσταντική Εκκλησία ή ο ναός και η συναγωγή. Στο Τσέρνοβιτς, μια κοσμοπολίτικη πόλη, ένα μίγμα πολιτισμών και θρησκειών, οι ίδιοι οι κάτοικοι έμαθαν πώς να ζουν ειρηνικά και να σέβονται ο ένας τον άλλο, η ανοχή δεν ήταν απλά μονο μια λέξη. Ρουμάνοι, Εβραίοι, Γερμανοί, Πολωνοί, Ουκρανοί, Αρμένιοι και άλλες μειονότητες ζούσαν μαζί ειρηνικά, σε μια πνευματική ατμόσφαιρα, με διασκέδαση και αναβρασμό. Δεν υπήρχαν προκαταλήψεις των εθνοτήτων ή θρησκευτικό μίσος μεταξύ των κατοίκων της.

            Η Μητρόπολη που έμοιαζε σαν κάστρο, με τις πύλες που είχαν τοίχους τριών μέτρων και τα κτίρια της από τούβλα ήταν το αρχιτεκτονικό κόσμημα της πόλης. Το συγκρότημα αποτελείται από τρία κτίρια, μια επίσημη αυλή και ένα πάρκο 5 στρεμμάτων με σπάνια δέντρα, τεχνητούς λόφους, λίμνες με σιντριβάνια, αγάλματα και το σπήλαιο, που περιβάλλεται από ένα ψηλό τοίχο τριών μέτρων. Η μητροπολιτική κατοικία βρισκόταν στο κέντρο μαζί με το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη της Σουτσεάβα. Στα αριστερά ήταν η ιερατική σχολή μαζί με την Συνοδική εκκλησία, ενώ στα δεξιά ένα κτίριο με πύργο, στο οποίο στεγαζόταν μια σχολή αγιογραφίας και μια σχολή για διακόνους, ένα μουσείο, που ήταν και ξενώνας.

        Την πρώτη νύχτα, ο Νικολάε πήγε με μερικούς συναδέλφους στο κινηματογράφο. Το κτίριο του κινηματογράφου στοΤσέρνοβιτς χτίστηκε το 1877 σε στυλ της Μαυριτανίας, πριν ήταν η κύρια συναγωγή της πόλης.

      Την επόμενη μέρα, ο Νικαλάε βγήκε έξω με τον Μίρτσεα, ένα συνάδελφό του, στο Καφέ Βιέννη:

– Έλα να πάμε και εμείς στο πάρτι! Εδώ τα Σάββατα οργανώνονται πάρτι! πρότεινε ο Μίρτσεα.

           Το Σάββατο το βράδυ, στο κτίριο δίπλα από την μονάδα  διοργανώνεται μια πολυτελή δεξίωση.

          Επιφανείς οικογένειες, έρχονταν με τις κόρες τους, για να βρουν τον διαλεκτό τους,  να τις παντρέψουν.

            Ο Νικαλάε μπήκε μέσα και  εξέτασε το κομψό πλήθος, που ήταν σε συνεχής ανακίνηση. Ξαφνικά, σε μια γωνιά, είδε μια ξανθιά νεαρή, με μπλε-πράσινα μάτια, μικροκαμωμένη και γλυκιά. Ήταν σαν άγγελος, μεταξύ των άλλων γύρω της. Μιλούσε με μια νεαρή γυναίκα, πιο ψηλή και μελαχρινή, αλλά με τα ίδια συναρπαστικά μάτια. Περπάτησε προς το μέρος τους και ζήτησε από τη ξανθιά να χορέψουν βαλς.

– Mου προσφέρετε αυτό το βαλς; Ρώτησε ο Νικολάε, γέρνοντας ευγενικά το κεφάλι του.

– Ich bin Schön, ich bin gebildet, ich bin WUNDERBAR! πετάχτηκε πάνω η μελαχρινή νεαρή επισημαίνοντας με έμφαση τη λέξη «ich». Γιατί θέλεις να χορέψεις μαζί μου;

 – Εμένα μου αρέσει η δεσποινίς, είπε αποφασιστικά ο Νικολάε, ενώ κινούσε το χέρι του για να την πιάσει από τα δάχτυλα και να οδηγήσει τη γοητευτική νεαρή στην πίστα.

 – Πως σας λένε, δεσποινίς; Είμαι ο Νικολάε, απόφοιτος «φιλοσοφίας» και γιο ιερέα. Τώρα είμαι στο στρατό. Αλλά στο μέλλον θα γίνω καθηγητής, αυτό που πάντα επιθυμούσα.

– Ελίζα, είπε με μια απαλή φωνή.

– Και η νεαρή γυναίκα δίπλα σου; ρώτησε ο Νικολάε από περιέργεια. Γιατί αντίδρασε έτσι;

– Είναι η Χέλγκα, η μεγάλη μου αδελφή. Είναι πολύ όμορφη, όλοι οι άνδρες την φλερτάρουν. Αναμένει να αρέσει σ’ όλους! είπε ψιθυρίζοντας η Ελίζα.

– Αλλά εσείς είστε πολύ πιο λεπτή, πιο ευαίσθητη, πιο γλυκειά … συνέχισε ο Νικολάε.

– Αυτή είναι η άποψή σας … είπε σιγανά η Ελίζα

– Μόνο με την αδελφή σας ήρθατε; ρώτησε ο άντρας.

– Είμαι εδώ με τη μαμά, τον μπαμπά και τα τρία αδέλφια μου, τον Άρθουρ, τον Άλβιν και τον Αντόν.

– Γνωρίζετε πολλές γλώσσες, έτσι δεν είναι; Είδα ότι μιλάτε γερμανικά με την αδελφή σας. Εγώ έμαθα στο λύκειο γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αρχαία ελληνικά και λατινικά! Είπε ο Νικολάε.

– Μιλάω πολύ καλά τα ρουμανικά, γιατί πήγα σε ρουμάνικο δημοτικό, όπου τα ρουμάνικα είναι η μητρική γλώσσα, και γερμανικά, γιατί είμαι αυτής της εθνότητας. Στο «καθολικό σχολείο» μιλούσαμε στα γερμανικά, αλλά έμαθα τη γαλλική γλώσσα ως ξένη γλώσσα. Όταν ήμασταν παιδιά, ωστόσο, είμασταν όλοι από διαφορετικές εθνότητες και παίζαμε πάντα μαζί. Έτσι, όλοι μάθαμε να μιλάμε στα ρωσικά, και στα πολωνικά, και στα ουκρανικά, ακόμη και γίντις. Έτσι καταλαβαίναμε καλύτερα ο ένας τον άλλον, αλλά και με τους γονείς τους. Χρησιμοποιήσαμε αυτό το πράγμα και όταν πηγαίναμε στο μαγαζί των Εβραίων, μπορούσαμε να μιλάμε την γλώσσα τους, και στο κουρείο του ουκρανού, στον κινηματογράφο του ρωσσου που ήταν το πιο κοντινό,ή στο ταχυδρομείο, όπου η υπάλληλος ήταν πολωνέζα. Το Τσέρνοβιτς είναι ένας διεθνής χώρος από αυτή την άποψη. Έχω μάθει να σεβόμαι τη γλώσσα και τη θρησκεία της κάθε εθνηκότητας. Να σεβόμαστε καν να αγαπάμε ο ένας τον άλλο!

      Ο χορός τέλειωσε και ο Νικολάε οδηγεί την Ελίζα πίσω στη θέση της.

– Μπαμπά, είναι ο Νικολάε , είναι στο στρατό και έχει πάρει πτυχίο στη „Φιλοσοφία”! είπε η Ελίζα.

– Εμ, στο στρατό! Το όνομά μου είναι Χένρικ Χάνσελ. Αυτή είναι η γυναίκα μου, η Γερτρούδη. Ήμουν κι’ εγώ αξιωματικός στην αυλή του αυτοκράτορα της Βιέννης. Όταν βγήκα με σύνταξη, έχω συνταξιοδοτηθεί εδώ στοΤσέρνοβιτς. Παντρεύτηκα και τώρα έχω μια μικρή επιχείρηση, ένα εργοστάσιο που παράγει φαρμακευτικό αλκοόλ.

Ο Νικολάε παρατήρησε ότι η κα. Γερτρούδη ήταν πολύ πιο νεαρή από ό, τι ο κ. Χάνσελ.

– Ο αδερφός μου παρέμεινε στη Βιέννη και ο γιος του, ο ανιψιός μου είναι ένας εξέχων δικηγόρος εκεί, συνεχίσε ο κ Χάνσελ.

– Ναι, μ’αυτή την κρίση, ολοκληρώνει η Γερτρούδη … τα ανίψια μου, ο Πέτερ και Τζοχάννις,φύγανε στο εξωτερικό, στον Καναδά …

– Μου επιτρέπετε να επισκεφθώ ξανά την κόρη σας; ρώτησε ο Νικολάε.

– Φυσικά! είπε ο ηλικιωμένος.

– Αυτός είναι ο Μάικλ! είπε η Χέλγκα βαδίζωντας γρήγορα προς το μέρος τους. Μας προσκαλεί στην αποφοίτηση της αδελφής του, Αναστασίας, στο Πανεπιστήμιο. Θα έρθετε και εσείς κύριε Μπράτου; ρώτησε η Χέλγκα τον Νικολάε.

– Φυσικά! απάντησε ο άντρας.

Την επόμενη μέρα, ο Νικολάε πήρε όλα τα χρήματα που είχε και σταμάτησε στο ανθοπωλείο στο κέντρο του Τσέρνοβιτς. Μπήκε μέσα και είπε στο αγόρι που πουλούσε λουλούδια:

– Θέλω να παραγγείλω κόκκινα τριαντάφυλλα!

– Πόσα θέλεις; ρώτησε ο νεαρός πωλητής.

– Για όλα αυτά τα χρήματα είπε ο Νικολάε και άπλωσε το χέρι του με τα χρήματα.

– Παρακαλώ να τα στείλετε στο: Wagnergasse nr. 13, Δεσποινίς Ελίζα Χένζελ, με αυτόν τον φάκελο.

          Ο πωλητής έστειλε αμέσως το αγόρι που διένειμε τα λουλούδια στην αναφερόμενη διεύθυνση.

            Αυτός έφτασε μέσα σε δέκα λεπτά με τα τριαντάφυλλα μπροστά από το σπίτι, ένα επιβλητικό κτίριο και χτύπησε την πόρτα. Αμέσως εμφανίστηκε η Γερτρούδη, η μητέρα της Ελίζας.

– Έχω λάβει εντολή να φέρω αυτά τα λουλούδια! είπε το αγόρι.

Και άρχισε να ξεφορτώνει τεράστια μπουκέτα από κόκκινα τριαντάφυλλα.

– Πού πηγαίνουν; ρώτησε.

– Στο σαλόνι! είπε έκπληκτη η γυναίκα.

       Μέσα σε λίγα λεπτά, το δωμάτιο ήταν καλυμμένο με πανέμορφα κόκκινα τριαντάφυλλα.

– Άραγε ποίος θα μπορούσε να μου τα έχει στείλει; ρώτησε ενθουσιασμένη η Χέλγκα και έσπευσε ανυπόμονα προς το φάκελο που συνόδευε τα τριαντάφυλλα.

        Ο φάκελος έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα: «Για την όμορφη και ευαίσθητη Δεσποινίς Ελίζα, από τον Νικολάε. Η Χέλγκα άνοιξε με δύναμη τον φάκελλο και κοίταξε σαστισμένη τους στίχους που κάλυπταν το χαρτί.

– Πώς, για την Ελίζα είναι; Όχι για μένα; Εγώ είμαι η πιο όμορφη, έπρεπε να πάρω τριαντάφυλλα! Και σου έγραψε ένα ποίημα! Εμένα, δεν μου έγραψε ποτέ κανείς ένα ποίημα! είπε θυμωμένη η νεαρή κοπέλα.

– Άστο θα πάρεις και εσύ τριαντάφυλλα! είπε απαλά η Ελίζα

– Εσύ γιατί ανακατέβεσαι! Δεν χρειάζομαι τις παρηγοριές σου. Κανείς δεν είναι σαν κι εμένα! Είπε η Χέλγκα όλο και πιο θυμωμένα και ξέσπασε σε λυγμούς.

       Από εκείνη την ημέρα, η Ελίζα έπερνε κάθε μέρα ένα λουλούδι από τον Νικολάε.

            Την επόμενη μέρα, ο Νικολάε επισκεφθήκε την οικογένεια Χένκελ. Το οικογενειακό σπίτι  ήταν περιτρυγιρισμένο από κομψά σπίτια δύο και τριών ορόφων, σε ένα ρομαντικό,  λιθόστρωτο δρόμο, που ήταν δημοφιλές για τις γαμήλιες συνοδείες.

            Ήταν μεσημέρι και η οικογένεια τον κάλεσε για γεύμα.

– Θα μείνετε μαζί μας στο τραπέζι, κ. Μπράτου! είπε ευγενικά η Γερτρούδη.

            Στο τεράστιο σαλόνι με ξύλινα σκαλιστά έπιπλα, βασίλευε ένα μακρύ τραπέζι στη μέση του δωματίου. Μπροστά ήταν μια μεγάλη ζωγραφιά, μια ζωγραφική που αντιπροσωπεύει ένα ζευγάρι –ενός στρατιωτικού με επιβλητική στάση και φορεσιά με ένα μακρύ λαμπερό σπαθί και μια κομψή κυρία με ένα τεράστιο καπέλο και ομπρέλα. Ήταν ο κύριος Χένρικ και η κυρία Γερτρούδη όταν ήταν νεότεροι.

            Η Γερτρούδη είχε προετοιμάσει διάφορα φαγητά – σούπα κοτόπουλο, χοιρινό ψητό με πατάτες και σαλάτα από ντομάτες και αγγούρια και ως επιδόρπιο μια τεράστια τούρτα σοκολάτας, με λουλούδια από κρέμα τοποθετημένα στην κορυφή του.

– Κάνουμε τα ψώνια μας στην «Elizabethplatz ”, αγορά τροφίμων κοντά στην πλατεία Θέατρου, είπε η Γερτρούδη. Πήρε το όνομά της προς τιμήν της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισάβετ, ολοκλήρωσε θεωρώντας αναγκαίο να δώσει τέτοιες εξηγήσεις.

– Τι σκέψεις για το μέλλον; ρώτησε ο Χένρικ τον Νικολάε.

– Θέλω να γίνω καθηγητής Φιλοσοφίας. Αυτή είναι η αποστολή μου! Η κρίση μου χάλασε λίγο τα σχέδεια μου, αλλά είμαι νέος και θα φτάσω στο στόχο μου. Τώρα όμως, θα ήθελα να παντρευτώ … θα ήθελα να παντρευτώ την Ελίζα, είπε ντροπαλά ο νεαρός άνδρας.

            Έγινε σιωπή. Οι γονείς ήθελαν να παντρέψουν το κορίτσι τους, αλλά τώρα είχαν βρεθεί προ έκπληξης. Τώρα, με την κρίση είχαν και αυτοί τελματώσει. Πρόσφατα, η κυβέρνηση Ιόργκα  είχε κόψει και τις συντάξεις, πράγμα που τους είχε επηρεασεί έντονα. Η επιχείρηση με το αλκοόλ είχε πάρει την κατρακύλα και οι συντάξεις ήταν το μόνο τρέχον εισόδημα. Που πλέον δεν υπήρχαν….

– Αλλά η Ελίζα είναι πολύ μικρή. Μόλις τέλειωσε το «Καθολικό Σχολείο Καλογραιών».
 Στο Τσέρνοβιτς, τα κορίτσια της οικογένειας πήγαιναν σ’αυτό το σχολείο για να προετοιμαστούν για γάμο – εκμάθηση ξένων γλωσσών να συνομιλούν, να τραγουδούν, να κεντούν, να ράβουν, να μαγειρεύουν…
– Πρέπει να έχουν προίκαγια να παντρευτούν έναν αξιωματικό! είπε η Γερτρούδη. Αγοράσαμε ένα σπίτι με κήπο κοντά στο Τσέρνοβιτς. Αυτό θα σας δώσω για προίκα!
– Μου επιτρέπετε να προσκαλέσω την Ελίζα για μια βόλτα στο πάρκο; Θα την φέρω πίσω σε μια ώρα, είπε ο Νικολάε απευθυνόμενος στους γονείς του κοριτσιού.
– Φυσικά, είπε η Γερτρούδη.
        Το πάρκο ήταν κοντά στο σπίτι της Ελίζας. Ένα συναρπαστικό πάρκο, βαμμένο σε αποχρώσεις του πράσινου από την πλούσια βλάστηση, και λευκού από τα πανγκάκια, τους κάδους απορριμμάτων, τα κτίρια και τα παραρτήματα τους, όλα βαμμένα σε λευκό. Ο Νικολάε με την στρατιωτική στολή και το γαλανθό φόρεμα της Ελίζας συγχρονίζονταν τέλεια με το σκηνικό…
          Οι νεαροί κάθισαν σε ένα παγκάκι κάτω από μια λυγισμένη ιτιά, με ένα στεφάνι από φύλλα που έχουν αναπτυχθεί ως μια τεράστια ομπρέλα. Μπροστά τους, δέσποζε ένα μαγευτικό δέντρο με διάφορους ξύλινους σχηματισμούς, σαν προβοσκίδες. Όταν παρατηρούσες το δέντρο ήταν σαν να είχε κάτι μεγαλοπρεπές. Φαινόταν σαν να μετάφερε ένα κομμάτι της μεγαλοπρέπειας του σε όσους το κοίταζαν. Ξεχώριζε ανάμεσα σε κάτι ψηλές και γέρικες τούγιες, με τον γυμνό κορμό του, με τα μακριά γυρτά κλαδιά, όπως τις ιτιές, τα οποία είχαν σχεδόν ξεράνει, όμως εξακολουθούσε να εκπέμπει μια γοητεία. Στα δεξιά μια σειρά από νεαρές ακακίες, έμοιαζαν να παρατάσσονται σαν στρατιώτες στη διμοιρία.
           Το γλυκό κελάηδημα των πουλιών, που διανθίζοται περιστασιακά με μελωδικές τρίλιες είχε μια ξεχωριστή γοητεία. Από μακριά ακουγόταν το γλυκό τραγούδι του κούκου.

Αλλά η θαυματουργή έλξη του πάρκου οφειλόταν στις τρανταφυλλιές που ποικιλλούσαν από πορφυρό κόκκινοτου αίματος και της αγάπης, μέχρι το κατάλευκο της αθωότητας και ειλικρίνειας.
           Ο Νικολάε έκοψε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και το έβαλε στα μαλλιά της Ελίζας.
           Τα φύλλα των δέντρων έτρεμαν από το χάδι του ανέμου. Και ο Νικολάε είχε την αίσθηση ότι ο χώρος μεταμορφωνόταν σε ένα μαγικό κόσμο, του αρχέγονου ζευγαριού.
            Κανείς δεν έβγαζε τσιμουδιά. Αν και συνήθως ήταν κοινωνικοί χαρακτήρες, ο Νικολάε και η Ελίζα δεν ήταν και πολύ ομιλητικοί. Μιλούσαν μόνο ότι χρειαζόταν και όταν χρειαζόταν. Όμως, αυτή η μυστηριώδης γλώσσα της σιωπής τους ένωνε ακόμη περισσότερο. Τους ένωνε τις ψυχές και τις καρδιές για πάντα… Μπροστά τους, διαγράφοταν δύο κορομύλιες μπλεγμένες μεταξύ τους ως εκ θαύματος σχηματίζοντας μια πύλη διέλευσης. Δίπλα, μια καμπυλωτή, με μια πυκνή στεφάνη τους προστάτευε…
            Κατά την επιστροφή στο σπίτι πέρασαν από το θέατρο. Το θέατρο του Τσέρνοβιτς ήταν ένα εντυπωσιακό κτίριο που κατασκευάστηκε υπό την επίδραση της Αρχιτεκτονικής Σχολής της Βιέννης.
– Θές να πάμε το Σάββατο σε μια παράσταση; ρώτησε ο Νικολάε, λάτρης της κουλτούρας, όπως πάντα, χαρούμενος που ήταν σε θέση να δει μια νέα παράσταση αλλά και λόγω της συντροφιάς του.
       Έφτασαν σύντομα στην κεντρική πλατεία. Στο κέντρο βασίλευε ανενόχλητο το Μνημείο Ένωσης, που εγκαινιάστηκε το1924 στο Τσέρνοβιτς με την παρουσία της βασιλικής οικογένειας.
…………………………………………………………………………………………………………………….
            Ο γάμος είχε πραγματοποιηθεί γρήγορα, χωρίς πολλές προετοιμασίες. Στην πραγματικότητα, ο Νικολάε δεν ήταν ποτέ σκλάβος των τυπικοτήτων. Ούτε και η Ελίζα είχε πολλές αξιώσεις σε αντίθεση με την αδελφή της Χέλγκα. Γι’ αυτούς, η αγάπη ήταν το πιο σημαντικό πράγμα. Όλη αυτή η επιφανειακή παράσταση δεν είχε καμία αξία. Μόνο τα συναισθήματα είχαν αξία…

            Έμειναν στοΤσέρνοβιτς, στους γονείς της Ελίζας. Το σπίτι με κήπο, το οποίο είχε πάρει ως προίκα η Ελίζα, δεν πρόλαβαν να κατοικήσουν. Μόνο το επισκέπτονταν που και που.
            Ο πατέρας της Ελίζας πέθανε σύντομα. Δεν μπόρεσε να αντέξει το άγχος κατά τη διάρκεια της κρίσης.
            Ο Νικολάε ήταν άνθρωπος της μελέτης, του βιβλίου. Η στρατιωτική σταδιοδρομία δεν ήταν γι ‘αυτόν, αλλά την ακολουθούσε χωρίς να φαίνεται σαν μια αγγαρεία, επειδή ήταν αθλητικός χαρακτήρας, ανθεκτικός στην άσκηση.

            Η Ελίζα έμεινε έγκυος αμέσως, και εννέα μήνες μετά τον γάμο γέννησε ένα πολύ όμορφο αγόρι, τον Μίρτσεα, που αρρωστήσε γρήγορα, από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής του και πέθανε. Μετά από ένα χρόνο, η Ελίζα γέννησε πρόωρα ένα κοριτσάκι, εύθραυστο και ευαίσθητο, που έμοιαζε πολύ του Νικολάε.
            Η Ελίζα ήταν πολύ καλή στις δουλειές του σπιτιού. Είχε μια εξαιρετική πρακτική νοημοσύνη. Μάθαινε γρήγορα ότι είχε σχέση με επιδεξιότητα. Αν έβλεπε κάποιον να επισκευάζει κάτι, αμέσως μπορούσε να το κάνει και αυτή. Με τον τρόπο αυτό, ότι βλάβες είχε στο σπίτι, τις επισκεύαζε χωρίς προβλήμα-ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, συσκευές…Της άρεσε να μαγειρεύει, να εργάζεται και να τραγουδήσει, ειδικά το τραγούδι «Τσέρνοβιτς, schöne Stadt». Άκουγε οποιαδήποτε συμβουλή έπερνε, και μάθαινε ότι ηταν χρήσιμο, από όποιονδηποτε.
– Αν βουρτσίζεις τα δόντια σου κάθε μέρα, θα κρατήσεις τα δόντια σου ανέπαφο! Η γιαγιά μου πέθανε με όλα τα δόντια στο στόμα της, γιατί τα έπλενε με αλάτι καθημερινά, έλεγε στην κόρη της.
           
             ………………………………………………………………………………………………………………………..
          Μια μέρα στο τέλος του Ιουνίου του 1940, ο Νικολάε ήταν κοντά στις όχθες του Προυτ με την διμοιρία, όταν άρχισαν να πυροβολούν προς το μέρος τους. Τους βρήκαν απροετοίμαστους. Ο καθένας έτρεχε προς διαφορετική κατεύθυνση. Δεν φαινόταν τίποτα! Μόνο σφαίρες, σκόνη, απελπισμένες κραυγές…
          Όταν τελείωσαν όλα, ο Νικολάε ήταν σε μια χαράδρα-μια φυσική χαράδρα σκαμμένη ως εκ θαύματος στην όχθη του Προύθου-δίπλα σε ένα πολίτη, ένα βοσκό από το χωριό.

– Θεέ μου, αλλά πώς την γλυτώσατε! Περάσατε το ποτάμι πάνω σ’ αυτή τη δοκό, που κανονικά δεν μπορεί να περάσει άνθρωπος! Σας είδα όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί και δεν πίστευα τα μάτια μου. Διασχίσατε με ταχύτητα, σαν να πετούσατε πάνω από το νερό. Κοίτα τι κάνει ο φόβος στον άνθρωπο! του είπε ο βοσκός.
       Ο Νικολάε κοίταξε τη δοκό και σκέφτηκε ότι πραγματικά τώρα δεν θα μπορούσε να περπατήσει πάνω της. Μόνο ένας ακροβάτης του τσίρκου, μετά από αρκετά χρόνια εξάσκηση θα μπορούσε να το κάνει!
       Στη διμοιρία του ήταν μεγάλη καταστροφή. Όλοι, όμως, ήταν ικανοποιημένοι που ήταν ζωντανοί. Είδαν το θάνατο κατάματα. Μόνο λίγοι ήταν τραυματισμένοι .

Ο δοιηκητής τους ανακοίνωσε αμέσως:
– Έχουμε υπογράψει τη συμφωνία Μολότοφ-Ρίμπεντροπ! Η Βεσσαραβία, η Μπουκοβίνα και η περιοχή της Χέρτζα δεν αποτελούν πλέον μέρος της Ρουμανίας, έχουν παραχωρηθεί! Έρχονται οι ρώσσοι. Έχουμε διαταγή να αποσύρουμε το τάγμα αμέσως. Ενημερώστε την οικογένειά σας και να φύγετε το συντομότερο δυνατό!Αφήστε το Τσέρνοβιτς!
       Ο Νικολάε έτρεξε στο σπίτι. Φοβόταν για την κόρη του και την Ελίζα. Όμως είχαν ήδη ακούσει τα νέα και ετοίμαζαν τις αποσκευές.

-Έρχονται οι ρώσσοι! Είναι μερικά χιλιόμετρα μακριά! Ήδη φαίνονται! ακούγονταν απελπισμένες κραυγές απ’έξω.
-Αλλά πού να πάμε; ρώτησε φοβισμένα η Γερτρούδη.
-Ελάτε σε μένα, στην Τιμισοάρα! Είναι μια κοσμοπολίτικη πόλη, όπως το Τσέρνοβιτς! Μια αρμονική ανάμειξη διαφορετικών εθνικοτήτων, θρησκειών…Οι άνθρωποι είναι εξίσου καλοί, κοινωνικοί και ανεκτικοί ο ένας με τον άλλον!Το χωριό μου είναι λίγα χιλιόμετρα μακριά. Και οι συγγενείς μου είναι φιλόξενοι.
          Οι αποσκευές ήταν σχεδόν έτοιμες. Αλλά υπήρχαν πολλά αντικείμενα, κειμήλια, που αντιπροσώπευαν το παρελθόν τους…που έπρεπε να τα εγκαταλείψουν, που έπρεπε να τα αφήσουν πίσω…

-Ελάτε γρήγορα! Τα πράγματα δεν έχουν πλέον καμία αξία! Η ζωή είναι η πιο σημαντική! είπε ο Νικολάε, ειδικά μέτα από αυτό που πέρασε πριν από λίγες ώρες.
          Η Ελίζα είχε πολλά πράγματα που ήταν συνδεδεμένα με διαφορετικές αναμνήσεις. Ήταν δύσκολο να διαλέξει. Τώρα, όμως,ήταν τόσο φοβισμένη που πήρε ότι βρήκε προστά της και που ήταν απολύτως απαραίτητο.
……………………………………………………………………………………………………………………..
             Το πρωί έφτασαν στην Τιμισοάρα. Η πόλη ήταν πολύ καθαρή, με πολλούς χώρους πρασίνου. Πήγαν πρώτα στον αδελφό του Νικολάε, Θεόδωρο, ο οποίος ζούσε στην Τιμισοάρα. Αλλά δεν μπορούσαν να μείνουν εδώ. Με τον Νικολάε δεν ήρθε παρά μόνο η Ελίζα και η κόρη τους. Ήταν η Γερτρούδη, η μητέρα της, η Χέλγκα και ο σύζυγός της. Έφυγαν προς το χωριό.
            Στο χωριό υπήρχε μεγάλη ταραχή.
-Έρχεται ο Νίκου ο κουβάς με τις γερμανίδες του! έλεγαν οι χωρικοί μεταξύ τους.
            Και βγήκαν στο δρόμο να δουν τις κυρίες. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί ρούχα τόσα κομψά και ευρωπαϊκά και τόσο όμορφα σκαλιστά έπιπλα. Οι συγγενείς του με οικονομική ευχέρεια είχαν βάλει κατά νουν, να αποκτήσουν στο μέλλον τέτοια έπιπλα. Και στο μέλλον, μέσω της απέλασης τους στο Μπαραγκάν διευκόλυνε ακόμη πιο πολύ την επιθυμία τους να αποκτήσουν τα επιθυμητά έπιπλα.
           Ήταν δύσκολο για έναν άνθρωπο που έζησε όλη του τη ζωή στην πόλη, ξαφνικά να ζει στο χωριό… Αλλά η Ελίζα ήταν μια μαχήτρια. Για την κόρη της θα έκανε κάθε θυσία!
           Σύντομα, ο Νικολάε βρήκε δουλεία σαν δάσκαλος της φιλοσοφίας στην Τιμισοάρα. Αλλά δεν έμειναν πολύ καιρό ήσυχοι. Είχε δοθεί διάταγμα απέλασης στο Μπαραγκάν στους πρόσφυγες και γαιοκτήμονες έτσι έπρεπε να φύγουν από την Τιμισοάρα.            

 

                                                                     Επίλογος

           Μετά την αποχώρηση από το Τσέρνοβιτς, η Ελίζα, από την φύση της αισιόδοξη, όπως όλοι οι πρώην κάτοικοι του Τσέρνοβιτς προσπάθησε όλη της την ζωή να ξαναβρεί τη γοητεία των ανθρώπων και τόπων που είχαν χαθεί. Αλλά δεν τα κατάφερε. Η Ελίζα και ο Νικολάε ήταν μαζί μέχρι την τελευταία στιγμή. Ο Νικολάε ξεπέρασε όλα τα προβλήματα γράφοντας. Η συγγραφή τον δυνάμωσε και τον βοήθησε να αντέξει την κομμουνιστική εποχή, παρόλο που ο ίδιος δεν μπορούσε να δημοσιεύσει τα δοκίμια του, λόγω του καθεστώτος.
            Τα τελευταία χρόνια έπρεπε να εργαστεί ως βιβλιοθηκάριος-«άνθρωπος του βιβλίου», σαν τον Λουτσϊάν Μπλάγκα, όπως έλεγε. Έγραφε καθημερινά και αυτό το πράγμα διατήρησε το μυαλό και την καρδιά του πάντα νέα μέχρι το τέλος της ζωής του.
             Η Ελίζα, αν και πολύ νεότερή του, τον ακολούθησε σύντομα. Μετά από τόσα χρόνια που πέρασε με τον σύζυγό της, αν και ζούσε με την κόρη και τις εγγονές της, δεν άντεξε πολύ. Την σημάδεψε και ο θάνατος του νεότερου αδελφού της, Αντόν, με τον οποίο ήταν πιο συνδεδεμένη, επειδή ήταν καλόκαρδος σε σύγκριση με τον Άλγουιν, που ήταν πολύ εγωιστής.
          Με τα ξαδέλφια Πέτρου και Τζοβάννη δεν κράτησαν επαφή. ΗΑσφάλεια του καθεστώτως απαγόρευε κάθε επιστολή από και προς το εξωτερικό. Αλλά στην τελευταία επιστολή της ανακοίνωσαν ότι είχαν εκπληρώσει το όνειρό τους–είχε ο κάθενας το αγρόκτημα του. Δούλευαν όμως πάρα πολύ και δεν κατάφεραν να παντρευτούν και να κάνουν απογόνους.
          Ο θείος ο δικηγόρος στη Βιέννη, ο μόνος συγγενής από την Αυστρία που ήταν ακόμα ζωντανός, τον είχε επισκεφτεί η Άννι πολλές φορές, η κόρη του Άλγουιν, η οποία έγινε δάσκαλος γερμανικών και εργαζόταν ως μεταφράστρια, πράγμα που διευκόλυνε τα ταξίδια στην Αυστρία. Ούτε αυτός δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε είχε παιδιά.
         Τα υπόλοιπα ξαδέλφια έμειναν στο Τσέρνοβιτς (που είναι τώρα στη Μολδαβία), οι οποίοι δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τους κήπους τους, ξαναβρέθηκαν μόνο μια φορά μετά από τριάντα πέντε χρόνια, όταν επισκέφτηκαν την Ρουμανία μαζί με τις συζύγους τους.

Cornelia Păun Heinzel

 

 

Facebooktwitterby feather

Despre Cornelia PAUN

profesor doctor, scriitoare, enciclopedistă, jurnalistă membră a Presei Internaţionale, prozatoare, prima fabulistă cu peste trei sute de fabule, originale, inedite, neprelucrate și neinspirate din cele ale predecesorilor, cea mai titrată scriitoare/jurnalistă cu 10 diplome universitare de la universități /Institute de stat obținute prin meritul propriu ( fără să dea spagă pentru examene și diplome) - 3 de la Universitatea București, 3 de la Universitatea Politehnică Ɓucurești, 2 de la Universitatea Brașov Transilvania, una de la Universitatea Tehnică de Construcții București, una de la Goethe Institut Munchen, Germania, conducătoare de la vârsta de 28 de ani de Institut de cercetare științifică bugetar, de stat, prima femeie doctor in Roboți din România, blogger premiat în Franța, în 2016, cu cel mai bun blog. Cornelia PĂUN - cu pseudonimul Cornelia Păun Heinzel, după numele bunicii din partea mamei care provenea dintr-o familie austriacă – tatăl bunicii a fost ofiţer la Curtea Împăratului de la Viena (, dovezi cu acte concrete) s-a născut la Braşov şi este profesor doctor, scriitoare, jurnalistă membră a Presei Internaţionale, filolog, fiind prima femeie doctor in Roboţi din România. Fiica inginerului electronist C.F.R. Dumitru Păun şi a profesoarei de limba română Oltea Aglaia Păun (născutăBejenaru). Păun Cornelia este profesor doctor inginer, cu titlul de Doctor în Roboţi Industriali, din 1998, al Universităţii Politehnice Bucureşti - cu toate examenele cu zece - Master în Management şi Evaluare Educaţională, Facultatea de Psihologie şi Ştiinţele Educaţiei, Universitatea Bucureşti şi Master în Didactica Disciplinelor Filologice, Facultatea de Litere, Universitatea Bucureşti, licenţiată și șefă de promoție în Filologie, Limba şi Literatura română - Limba şi Literatura franceză, Facultatea de Litere. A fost admisă a doua şi a absolvit printre primii, în 1986, secţia T.C.M, Facultatea T.C.M. a Universităţii Braşov, având și repartiție guvernamentală dublă în învățământul superior și cercetare, domeniu în care a lucrat de atunci până în prezent, în calitate de cadru didactic. Este şi inginer specializarea Transporturi, Universitatea Politehnică Bucureşti. A mai absolvit trei cursuri postuniversitare la: Universitatea Tehnică de Construcţii Bucureşti, Universitatea Bucureşti, Facultatea de Psihologie şi Ştiinţele Educaţiei, specializarea Metode moderne în Psihologie Specială şi Universitatea Politehnică Bucureşti, Metodică. A fost admisă în 1990, printre primii, la Facultatea de Matematică, Secţia Informatică, curs de zi, a Universităţii Bucureşti, transferându-se apoi la Brașov, deoarece a primit conducerea institutului de cercetări (1990-95), fiind şi cadru didactic universitar. În 2010 a câştigat o bursă Goethe Institut, München, Germania, specializarea “Multimedia-Führerschein DaF”: Das Internet als Quelle für Materialien und Projekte (Kommunikationsprojekte im Unterricht; Das Internet als Quelle für Arbeitsmaterial; Übungen und didaktisiertes Material aus den Internet; Internet projekte planen und dürchführen). În perioada 2007-2013 a fost EXPERT FORMATOR al Ministerului Educației în Management Educațional în cadrul programului Profesioniștii în management educațional. A fost mentor de practică pedagogică pentru studenţii Universității Politehnice, referent științific alături de: Prof. Dr. Constantin Ispas, Prof. Dr. Alexandru Dorin, la “Sisteme flexibile de producţie”, „Îndrumar de laborator pentru uzul studenţilor”, de Prof. Univ. D. Catrincaş ; alături de: Prof. Dr. Constantin Ocnărescu şi Conf. George Adir, la cartea curs universitar Iniţiere în Mecanisme şi Organe de Maşini cu asistare CAD/CAM/CAE,de M. Neacşa,Spiridon Biografie Cornelia Păun s-a născut la Brașov, tatăl fiind inginer electronist la Regionala Căi Ferate Brașov și mama profesoară de limba română. În școală a fost întotdeauna premianta întâi și olimpică la matematică. A absolvit Colegiul „Dr. Ioan Meșotă” din Brașov, secția de Matematică Fizică, la care a fost admisă luând la concursul de admitere nota 10 la proba de matematică și 9,50 la limba română, cea mai mare notă la această probă. Ca elevă a fost anual premiantă și olimpică la matematică. Dragostea pentru cărţi a moştenit-o de la bunicul său, din partea mamei, profesor de filozofie (fiu de preot) şi de la mama sa, profesoară de limba română. A învățat literele, să scrie și să citească de la patru ani. Când a mers la şcoală la şase ani, deja citise toate cărţile din casă, care erau foarte multe şi care aveau ca autori cei mai renumiţi scriitori din literatura universală. Bunicul său cunoştea limba greacă veche, limba latină, limba franceză, limba germană, limba italiană, limba spaniolă şi spre sfârşitul vieţii a învăţat singur limba engleză. A învăţat de mică limba germană în casă, de la bunica din partea mamei, Elsa Heinzel, care provenea dintr-o familie austriacă cu tatăl fost ofițer la Curtea Împăratului de la Viena. Păun Cornelia a debutat ca jurnalistă în 1995 că redactor colaborator la cotidianul BRAȘOVEAN BUNĂ ZIUA, BRAȘOV !, ca scriitoare în Revue de culture, critique et imagination „Asymetria”, Franţa, Paris, ca poetă şi colaboratoare în cadrul Magazinului cultural și de informație „Agero-Stuttgart” Germania şi al Agenţiei de Presă Nurenberg. Este membru al presei internaţionale, al Uniunii Scriitorilor Mondiali Hispanici şi al “Poetas del Mundo”, laureată a Premiului Literar Internaţional Naji Naaman 2017, pentru creativitate şi membră de onoare a Casei Naji Naams, laureată a Union Hispanomundial de Escritores fiind prezentă în nouă Antologii ale scriitorilor şi poeţilor din întreaga lume, internaţionale, editate de străini, patru editate de români, în enciclopedie USA, în Antologia de literatură americană care reuneşte cei mai prestigioşi scriitori şi poeţi din toate ţările lumii, într-o Antologie a scriitorilor cu premii literare internaţionale, 2017, editată în limbile: engleză, spaniolă, franceză şi arabă. A fost redactor colaborator la un ziar cotidian românesc și este colaborator permanent la diferite reviste și publicații străine din străinătate, publicând în fiecare număr, în şaisprezece reviste de cultură de prestigiu, reviste universitare de literatură din Spania, din U.S.A. şi din ţări ale Americii Latine: Argentina, Columbia, Chile, El Salvador, Mexic, Venezuela, Peru, etc. din Malaezia, din India şi trei din Canada. Este publicată în aproximativ cinci sute de publicaţii, dintre care peste două sute de reviste străine din străinătate, peste cincizeci de reviste din România, în publicaţii din diaspora iar unele scrieri au fost selectate pe bloguri de către fondatorii acestora pentru activităţi educaţionale în cadrul probelor de examene, concursuri sau la manifestări culturale, literare, istorice. Texte traduse în limbile engleză şi spaniolă au fost selectate de către unii specialişti, ca studiu la orele de limbă şi literatură spaniolă sau în cadrul unor activităţi didactice, culturale, religioase, din ţări aparţinând spaţiului hispanic şi Statelor Unite ale Americii : - în opt reviste literare franceze din Franţa, nouă reviste de cultură italiene din Italia şi un ziar cultural italian, într-o revistă de literatură universitară din U.S.A., în cinci magazine literare din U.S.A., în International Literary Magazine & Academic Journal of English Literature, într-un magazin literar internaţional din Danemarca, într-o revistă de literatură din Marea Britanie şi una Internaţională de cultură din Belgia, în ziarul naţional albanez, în trei reviste de literatură internaţionale din India, într-o revistă internaţională de literatură din Bangladesh, într-un jurnal literar indian, în revista internaţională a scriitorilor din Insulele Caraibe, Trinidad, Tobago, în Agenţia Albaneză de Presă, în publicaţii internaţionale din Estonia, din Islanda , din Albania, şase din U.S.A. , într-o revistă de poezie din Vancouver, Canada & China, într-un jurnal de artă din Mauritius, într-o revistă literară Hawaiiană, într-o revistă literară şi într-un jurnal de ştiri din Republica Moldova. - în reviste de cultură din diasporă: din Noua Zeelandă, din Irlanda, din U.S.A., din Canada, din Germania, din Franţa, Australia - în peste treizeci de reviste de cultură şi ziare din România. Poemele scriitoarei Cornelia Păun au fost traduse de personalităţi culturale din întreaga lume în: 50 de idiomuri franceză, germană, engleză, italiană, japoneză, rusă, arabă, portugheză, olandeză, suedeză, greacă, catalană, persană, turcă, polonă, letónă, cehă, maghiară, sârbă, búlgară, albaneză, slovenă, azeră, georgiană, aromână, chineză, indiană, ebraică, kurdă, urdu, macedoneană, coreană, vietnameză, malaeziană, în idiomul shana din Zimbabwe, etc. iar povestirile au fost traduse şi publicate în reviste de cultură sau de literatură străine în : spaniolă, arabă, franceză, engleză, rusă, italiană, greacă. Cărți de specialitate publicate: A publicat primul “Manual al calității unei unități de învățământ” şi şase cărţi de specialitate: „Contribuții la cercetarea elastodinamică o mecanismelor roboţilor industriali ”, Teza de doctorat, Editura Universității Politehnice București, 1998, “Proiectul la discipline tehnice”, “Teste de Organe de mașini și mecanisme pentru Bacalaureat”, “Metoda jocurilor în învățământ”, “Contribuții la cercetarea elastodinamică o mecanismelor roboţilor industriali”, rezumatul tezei de doctorat, Editura Universității Politehnice București, 1998 şi peste două sute de articole de specialitate în ţară şi străinătate. Literatură: A publicat cinci volume bilingve de proză scurtă la editura AL CHRIS "El cartero nunca más llama dos veces" o "Sueños ... sueños ... sueños" / "Poştaşul nu mai sună de două ori" sau "Visuri… visuri… visuri…" , “El laberinto de las enigmas”, “University Y Building”, “Η στροφή του" , 'El sueno transatlantico" și o carte de fabule; două cărți de jurnalism, DICȚIONARUL FABULIȘTILOR DIN ANTICHITATE PANĂ ASTĂZI, DE PE ÎNTREG GLOBUL și o ENCICLOPEDIE CU PERSONALITĂȚI LITERARE DIN ÎNTREAGA LUME în limbile spaniolă și engleză. CĂRȚI CU APRECIERI DESPRE CORNELIA PĂUN HEINZEL: 4 : RECEPTAREA OPEREI SCRIITOAREI CORNELIA PĂUN HEINZEL ÎN SPAȚIUL LITERAR EUROPEAN, TRANSATLANTIC ȘI ASIATIC DE CĂTRE EXEGEȚII STRĂINI DE VERIDIQUE LITERATO, EXEGEȚII HISPANICI DESPRE CREAȚIILE SCRIITOAREI CORNELIA PĂUN HEINZEL, ETC